Τρικυμία

Σε σκηνοθεσία της Μαρίας Περετζή

Η ιστορία που υφαίνει ο Σαίξπηρ με την «Τρικυμία υποτίθεται πως ξεκινά αρκετά χρόνια πριν τα συμβάντα που εμφανίζονται στο θεατή με τη δραματική πλοκή του έργου.

Ο Πρόσπερος, νόμιμος Δούκας του Μιλάνου, που ήταν αφοσιωμένος στις μυστικιστικές μελέτες του και είχε έτσι αμελήσει τη μέριμνα των συμφερόντων του, βρέθηκε έκπτωτος. Ο αδελφός του, Αντώνιος, με τη βοήθεια του βασιλιά της Νάπολης Αλόνζο σφετερίστηκε την περιουσία του και την εξουσία πάνω στο δουκάτο του Μιλάνου. Ο Πρόσπερος και η Μιράντα, η μικρή του κόρη, κατέληξαν σε ένα ερημονήσι.

Η θεατρική παρουσίαση των γεγονότων αρχίζει δώδεκα χρόνια αργότερα.

Ο Πρόσπερος βρίσκεται πάντα στο νησί, εξόριστος. Όλα αυτά τα χρόνια έχει μελετήσει ασταμάτητα τη τέχνη του αποκρυφισμού και έχει εξελιχθεί σε μεγάλο μάγο. Συνδιαλέγεται με αόρατες δυνάμεις και εξουσιάζει στοιχεία της φύσης και ξωτικά, μαζί και τον Αριέλ, ένα αγαθό και ικανότατο πνεύμα.

Υπηρέτης του Πρόσπερου και της Μιράντας στο νησί είναι ο Κάλιμπαν, ένας «ιθαγενής» του νησιού που αντιστέκεται στο αφεντικό του με το δικό του χυδαίο τρόπο, αρνούμενος τον «εκπολιτισμό».

Αλλά ο τροχός της ζωής έχει γυρίσματα. Η μοίρα θα ευνοήσει τον Πρόσπερο και θα σύρει τους εχθρούς του μέχρι τα πόδια του. Εκείνοι που έκλεψαν το Δουκάτο του Μιλάνου και τον εξόρισαν θα τύχει να ταξιδέψουν στο πέλαγος, κοντά στο νησί. Ο Πρόσπερος τότε θα προκαλέσει με τα ξωτικά του μιά φοβερή Τρικυμία.

Το καράβι του Αλόνζο θα βουλιάξει και όλοι οι επιβάτες θα βρεθούν ναυαγοί, στο ίδιο νησί. Χαμένοι σε μικρές ομάδες και απογοητευμένοι, σε άθλια ψυχολογική κατάσταση επειδή πιστεύουν ότι οι υπόλοιποι έχουν πνιγεί, θα γίνουν εύκολα έρμαια των παραισθήσεων που εξαπολύει κατεπάνω τους ο Πρόσπερος. Θα χάσουν ακόμα και τα λογικά τους, μέχρι που θα αντιληφθούν ότι τα βάσανά τους οφείλονται στον τρόπο που αδίκησαν από παλιά τον Πρόσπερο. Τότε θα μετανιώσουν και θα επιδιώξουν να τον αποκαταστήσουν επιστρέφοντάς του το Δουκάτο, αποζητώντας τη συγγνώμη του.

Ο Πρόσπερος δεν θα επιδιώξει την εκδίκηση. Θα αρκεστεί στο ότι η κόρη του βρίσκει την ευτυχία στον αρραβώνα της με τον Φερδινάνδο, γιο του Αλόνζο, και στο ότι ο ίδιος θα επιστρέψει στο Μιλάνο σαν Δούκας. Συγχωρεί όλους όσους τον είχαν αδικήσει και, πριν να φύγει από το νησί για να γυρίσει στο βασίλειό του, θα αποποιηθεί την «υψηλή του τέχνη». Θα απελευθερώσει τα πνεύματα που εξουσιάζει και θα εγκαταλείψει για πάντα τη μαγεία.

Η «Τρικυμία» είναι το τελευταίο έργο που έγραψε ο Σαίξπηρ. Η διακήρυξη του «Πρόσπερου» ότι εγκαταλείπει την «υψηλή του τέχνη», τη μαγεία, είναι στην ουσία η αναγγελία του ίδιου του δραματουργού ότι αποχωρεί οριστικά από τη θεατρική σκηνή.

Η διαύγεια με την οποία ο Σαίξπηρ διατυπώνει τον αποχαιρετισμό του στο θέατρο είναι το στοιχείο που υποβάλλει επίμονα την ιδέα ότι το έργο είναι αυτοβιογραφικό, ότι συνιστά κάποιου είδους αλληγορία για τη ζωή και για την περιγραφή της εμπειρίας του ποιητή μέσα σε αυτήν. Ας μην ξεχνάμε ότι πρώτος Πρόσπερος ήταν ο ίδιος ο Σαίξπηρ: Είναι ιστορικό γεγονός ότι το έργο γράφτηκε για να παίξει ο ίδιος τούτο τον ρόλο. Αντιμέτωποι λοιπόν με τη σαφήνεια των προθέσεών του, έχουμε κάθε λόγο να αναζητήσουμε στην Τρικυμία τα χνάρια ενός κύκνειου Σαιξπηρικού μηνύματος. Γι αυτό και πολλοί πιστεύουν πως εδώ ο Σαίξπηρ ολοκληρώνει και δικαιώνει το σύνολο του έργου του και κατά κάποιο τρόπο εξηγεί φιλοσοφικά τη θέση του σαν ποιητής, αλλά και τις απόψεις του για το θέατρο και τη ζωή.

Είναι αδύνατον να παρακάμψουμε τη σκέψη ότι ο ποιητής που σε όλα του τα δημιουργήματα έδειξε πως κατανοούσε και σεβόταν τους κλασσικούς, πως ήταν γνώστης κάθε πτυχής της λογοτεχνίας του παρελθόντος και ενσυνείδητος κοινωνός των βαθύτερων ρευμάτων και δυνατοτήτων της, δεν θα επεδίωκε να ενσταλάξει στο έργο του αυτό το απόσταγμα της εμπειρίας του. Έτσι, δεν μένουμε έκπληκτοι όταν ανακαλύπτουμε ότι η Τρικυμία έχει τη δομή του Θεμελιακού Μύθου, τη παρουσίαση της ζωής σαν διαδικασίας που οδηγεί στην επιστροφή, στην επανακατάκτηση του δικαιώματος εισόδου στην βασιλεία, στη ψυχική ισορροπία απο την οποία ο άνθρωπος έχει εκπέσει.

Πρωταγωνιστής της Τρικυμίας είναι ο Πρόσπερος, ο άνθρωπος σαν μάγος, σαν κατακτητής της ύψιστης γνώσης που η ζωή μπορεί να προσφέρει.

Εξαιρετικά ενδιαφέρουσα είναι η σειρά των φαινομενικών αντιφάσεων που αφορούν στην ιδιότητα του «μάγου» και ξεδιπλώνονται στη διάρκεια του έργου.

Ο Πρόσπερος χάνει το βασίλειό του εξ αιτίας της ενασχόλησής του με τη μαγεία. Αργότερα όμως, θα μπορέσει να το επανακτήσει ακριβώς με τη βοήθειά της. Για να καταλήξει να την απαρνηθεί αμέσως μόλις βεβαιωθεί ότι πραγματικά θα επιστρέψει στο «Μιλάνο».

Εδώ η «μαγεία» εμφανίζεται σαν διανοητική γνώση και παίζει στη ζωή του Πρόσπερου τον ίδιο ρόλο που εμφανίζεται να έχει στη ζωή του Φάουστ. Για να την αποκτήσει, χάνει κάτι πολύτιμο, χάνει την βασιλεία. Η διανοητική γνώση είναι έκπτωση απο το επίπεδο της βασιλείας. Αλλά ο Σαίξπηρ προχωρά και με μοναδική διορατικότητα μας αποκαλύπτει ένα σημαντικό στοιχείο της διανοητικής γνώσης. Αν είσαι συνεπής απέναντί της θα εννοήσεις τα όρια και τους περιορισμούς της. Η γνώση, η αναζήτηση της οποίας απομακρύνει τον άνθρωπο από τη βασιλεία μπορεί να είναι, ταυτόχρονα, δρόμος για την επιστροφή του. Η ίδια η λογική και η επιστήμη μπορούν να καταδείξουν τους περιορισμούς τους. Μπορεί κανείς να τις χρησιμοποιήσει, όπως χρησιμοποιεί ο Πρόσπερος τη γνώση. Αρκεί να ελευθερωθεί απο αυτές και να κατανοήσει ότι η λογική και η επιστήμη δεν έχουν νόημα για την επιστροφή στη βασιλεία.

Ο «μάγος» Πρόσπερος, έχοντας εκπέσει απο το πατρογονικό βασίλειο του «Μιλάνου», έχει βρεθεί σε ένα νέο κατώτερο «βασίλειο», σε ένα ερημονήσι. Με τις γνώσεις του και τις ικανότητές του έχει οργανώσει εκεί τη ζωή του με τρόπο υποφερτό. Τον υπηρετούν τα εξωτικά και οι «μαγικές» δυνάμεις του τόπου, καθώς και ο Κάλιμπαν, ο νόμιμος ιθαγενής ιδιοκτήτης του νησιού. Τούτος ο τελευταίος εμφανίζεται να είναι φύση εγκληματική, που συνέχεια δημιουργεί προβλήματα για τον Πρόσπερο και την Μιράντα. Ο Πρόσπερος τον βρίζει διαρκώς, συχνά με λόγια χυδαία. Τούτο εκπλήσσει τον θεατή, όπως τον εκπλήσσει και ο σχεδόν βάρβαρος τρόπος με τον οποίο ο Πρόσπερος συγκρατεί τα πνεύματα και τα ξωτικά κάτω από την εξουσία του.

Η παρουσία του Πρόσπερου στο νησί δεν ικανοποιεί πάντα την εικόνα που έχει κανείς από ένα «πάνσοφο» άνθρωπο. Συχνά ο «μάγος» μας αποκαλύπτεται να μην είναι παρά ένας στυγνός εξουσιαστής, ένας δολοπλόκος. Πράγματι, το κλειδί για την ερμηνεία της Τρικυμίας πρέπει να αναζητηθεί στις αλλαγές της προσωπικότητας που ο ίδιος ο Πρόσπερος υφίσταται στη διάρκεια του έργου. Διότι η Τρικυμία κυρίαρχα μιλά για την ανάπτυξη του Πρόσπερου, την ωρίμανση που υφίσταται προκειμένου να γίνει ξανά αποδεκτός σαν νόμιμος κληρονόμος της «βασιλείας», του Δουκάτου.

Ο Πρόσπερος παίζει με τα πνεύματα και με τα ξωτικά. Αλλά έρχεται η στιγμή, όταν θα κάνει τελετή για να παντρέψει την κόρη του Μιράντα, που θα ξαφνικά θα αντιληφθεί την αληθινή φύση του παιχνιδιού του με τα πνεύματα. «Όπως ο ανερμάτιστος ιστός αυτής της οπτασίας έτσι και πύργοι, τρανοί ναοί, η ίδια η υφήλιος, όλα θα διαλυθούν χωρίς να αφήσουν ίχνος» και «είμαστε καμωμένοι από την ύλη που είναι φτιαγμένα τα όνειρα και την εφήμερη ζωή μας ο ύπνος την τυλίγει». Αυτά θα πει αποσβολωμένος, συνειδητοποιώντας κατ’ αρχήν ο ίδιος την αλήθεια που του αποκαλύπτεται σαν αποτέλεσμα της μαγικής τελετουργίας. Από τη στιγμή εκείνη, από τη στιγμή του «ιερού γάμου» όπου το αγνό προϊόν του Πρόσπερου, η Μιράντα, έχει ενωθεί με τον Φερδινάνδο, με το στοιχείο το «αρνητικό» που ήταν η αιτία της έκπτωσής του, ο δρόμος της επιστροφής έχει ανοίξει.

Πολλά μένουν να τακτοποιήσει ο Πρόσπερος πριν να γυρίσει στο Μιλάνο. Το κυριότερο, ίσως, είναι να αποδεχτεί την ευθύνη του απέναντι στον Κάλιμπαν, που δεν αντιπροσωπεύει τίποτε άλλο από την αρνητική και κακούργα πλευρά του ίδιου του του εαυτού. Γι αυτό και σε μια πράξη αποδοχής που θα παραξενέψει και θα φανεί αντιφατική και ανακόλουθη σε όποιον ακολουθήσει άλλη ερμηνεία του έργου, ο Πρόσπερος στο τέλος, αντί να τιμωρήσει τον Κάλιμπαν για τις κακίες και τις ανταρσίες του, θα τον αποδεχτεί σαν δημιούργημά του. «Το πλάσμα αυτό του σκοταδιού, δέχομαι, είναι δικό μου».

Έτσι ο Πρόσπερος-Σαίξπηρ είναι τώρα έτοιμος να ζητήσει συγχώρεση από το ίδιο το κοινό, να ζητήσει να του συγχωρέσουν το γεγονός ότι έπαιξε μαζί τους παρουσιάζοντάς τους τη ζωή μέσα από το ψέμα της θεατρικής εμπειρίας, όπου αυτός ο ίδιος όρισε ποιός είναι ο καλός και ποιός ο κακός κι ίδιος εκαθόρισε κάθε φορά τον τρόπο που αυτές οι δυό δυνάμεις συγκρουστήκαν.

«Όπως συγχώρεση θα θέλατε κι εσείς, καλόκαρδα ας ελευθερώσετε και μένα».

Κι αυτά ήταν τα τελευταία λόγια που είπε ο Σαίξπηρ στη σκηνή ή που έγραψε ποτέ του για το θέατρο.

Η Τρικυμία στην θεατρική απόδοση της ΡΟΔΑ έκανε πρεμιέρα στο Θέατρο «Τζένη Καρέζη» το 1999. Στα επόμενα τρία χρόνια παρουσιάστηκε επίσης σε αρκετά θεατρικά Φεστιβάλ.